ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Saturday, June 14, 2008

Η παράξενη γυναίκα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας..




-Βρε το μαλάκα, σκέφτηκε φωναχτά, εκατό φορές του το έχω πει και αυτός πάλι τα ίδια.
Έσκισε οργισμένος το προσπέκτους που μόλις είχε φέρει ο ταχυδρόμος και που εκθείαζε μια νέα ψηφιακή μηχανή- το κατάστημα που έπαιρνε τα φωτογραφικά του τον βομβάρδιζε με προϊόντα νέας τεχνολογίας, που θάπρεπε πια να μπουν, κατ΄αυτό, στη φωτογραφική του ζωή που τη βίωνε με πάθος- και το έκαψε με τον αναπτήρα του.
Δεν είχε σκοπό να πάρει τέτοια μηχανή χωρίς φιλμ, ο κόσμος να χαλούσε.

Του άρεσε η μυρουδιά του φιλμ καθώς το έβγαζε από το εμφανιστικό υγρό, του άρεσε να βλέπει αρνητικά τα πράγματα στο φίλμ -διαπραγματεύσιμα ακόμα -πριν μεταλλαχτούν στο χαρτί σε θετικά, πριν γίνουν σκληρή, αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα,
πριν πάρουν την οριστική και αμετάκλητη μορφή τους και πάντα είχε την κρυφή ελπίδα
-στο σκοτεινο θάλαμο οι κρυφές ελπίδες γιγαντώνονται καθώς η κόκκινη λάμπα τις φωτίζει, καθώς η πνιγηρή μυρωδιά του υποθειώδους νατρίου τις νοτίζει υπνωτίζοντάς τις- πως, τυπώνοντας στο χαρτί μια φωτογραφία, κάποια φορά, έστω και μια στη ζωή του, αυτή δεν θα έβγαινε απόλυτα θετική, παρά αρνητική ή, τουλάχιστον, με κάποια αρνητικά πεδία -
μια ουτοπία. που την ήξερε και ο ίδιος και μέσα στο σκοτεινό θάλαμο όντας και μέσα στα ασπρόμαυρα, σκοτεινά όνειρά του, το ίδιο-
Πάντα τραβούσε ασπρόμαυρες φωτογραφίες για να ταιριάζουν με τα όνειρά του.
..................
Αυτή τη φορά είχε τραβήξει φωτογραφίες από προσόψεις παλιών σπιτιών, επιμένοντας σε λεπτομέρειες που και ο καλλιτέχνης είχε επιμείνει σαν να τον περίμενε, σε ένα δρόμο πολυσύχναστο μιας παλιάς πόλης που τα παραδοσιακά σπίτια έμοιαζαν να καλωσορίζουν τους περαστικούς -ρίχνοντάς τους κάπου κάπου, παιχνιδιάρικα, κομματάκια από τους σοβάδες τους,
σέπαλα από τα άνθη στα μπαλκόνια,
ψιθυριστούς αναστεναγμούς κοριτσιών πίσω από τις δαντελωτές κουρτίνες,
οργισμένες βρισιές αγοριών που καυγάδιζαν για τη μπάλα,
οσμές ιδρώτα από κουρασμένα κορμιά αντρών μετά τη δουλειά,
νυχτερινές, ανομολόγητες επιθυμίες γυναικών πριν καταλαγιάσουν μπροστά στην πρωϊνή μπουγάδα,
σπιτίσιες μυρωδιές και ανεξίτηλα, τόσα χρόνια, χρώματα ζωγραφισμένα για να μην ιδωθούν και λόγια ειπωμένα για να μην ακουστούν,
λόγια που ακούστηκαν χωρίς να ειπωθούν,
αγγίγματα ακροδάχτυλων σε αόρατες οπτασίες πεφιλημένων γυναικών,
αφές σε τραχύ δέρμα αντρικών αχαμνών-
και οι περαστικοί χαμογελούσαν πρόθυμα και ανταπόδιδαν το καλωσόρισμα σε πράγματα-αγγίγματα, χρώματα, μυρωδιές, γεύσεις, ακούσματα –
και που είχαν ξεχάσει στη νέα, τσιμεντένια πόλη που ζούσαν.
Θυσίασε το τελευταίο καρέ από το φιλμ του για να τραβήξει μια σκηνή στο πλακόστρωτο.
...................
Είχε φτάσει πια στην τελευταία φωτογραφία που έπρεπε να τυπώσει για να τελειώσει το φιλμ.
Στο πλάνο, που προβαλλόταν στο αρνητικό φιλμ καθώς το φώτιζε στον προτζέκτορα, φαίνονταν καθαρά οι μορφές δυο νέων ανθρώπων, ενός ζευγαριού που κατηφόριζε ανέμελο στο πλακόστρωτο και, στο στιγμιότυπο που είχε τραβήξει, ο νεαρός έπαιζε με μια μπούκλα από τα μαλλιά του κοριτσιού.
Πιο πίσω αριστερά, σε δεύτερο πλάνο, μια γυναίκα φαινόταν να κοιτάζει τη σκηνή, γυρισμένη πλάγια προς το φακό, το προφίλ του προσώπου της μόλις να διακρίνεται.
Τύπωσε τη φωτογραφία.
Το ζευγάρι φαινόταν καθαρά, το ίδιο και το πλακόστρωτο, τα παλιά σπίτια.
Η γυναίκα δε φαινόταν διόλου.


Στέγνωσε τη φωτογραφία και την έβγαλε στο φως.
Το ίδιο.
Την ξανατύπωσε προσεχτικά ξανά και ξανά. Τίποτα.
Τη μεγέθυνε. Η γυναίκα δεν υπήρχε.
..............

Ξύπνησε με την αίσθηση του ανεκπλήρωτου, του ανευόδωτου.
Κατά τις 3 τον είχε πάρει ο ύπνος αφού στριφογύριζε στο κρεβάτι για ώρες, αφού είχε σηκωθεί άπειρες φορές να ξανακοιτάξει το φιλμ και τη φωτογραφία, μήπως κι είχαν κάτι τα μάτια του, μήπως και ήταν κάτι που δεν μπόρεσε να δει ενώ υπήρχε
-πόσες φορές δεν μπορούμε να δούμε κάτι που είναι μπροστά μας και μας φωνάζει:
-εεεε, εδώ είμαι, δε με βλέπεις;
και αυτό μπορεί να είναι ένα δάκρυ –που θα μπορούσε να είναι από κάποιο σκουπιδάκι αλλά δεν είναι- ,
ένα ζεστό χαμόγελο –που θα μπορούσε να είναι απλά φιλικό αλλά δεν είναι-
ένα χάδι στο χέρι –που θα μπορούσε να είναι τυχαίο αλλά δεν είναι-
και ένα σωρό άλλα πράγματα που τα βλέπουμε μόνο όταν θέλουμε-
κι όμως κάθε φορά η γυναίκα στη φωτογραφία ήταν απούσα –την τελευταία απ΄τις άπειρες φορές που δεν την είδε σκέφτηκε: ίσως η απουσία της να είναι πιο πολύτιμη από την παρουσία της- κι αυτή η σκέψη τον έκανε να αναπολήσει τις απουσίες της ζωής του και έτσι αποκοιμήθηκε.

Πριν περάσει στο χώρο της πραγματικότητας -όντας ακόμα εκεί όπου τα αρνητικά εισδύουν στα θετικά δίνοντας αυτό το μουντό, γκρίζο χρώμα του ουρανού όπου η καταιγίδα ακόμα δεν έχει αποφασίσει αν θα ξεσπάσει ή αν θα λουφάξει στην ήρεμη αγκαλιά των σύννεφων μέχρι αυτά να την καταλαγιάσουν
-και άπειρες φορές έχει συμβεί αυτό και ίσως έτσι πρέπει να γίνεται για να έχουν και τα σύννεφα κάποιο λόγο ύπαρξης, εκεί λοιπόν, όπου κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει τη μικρή χρυσαλλίδα στο μάταιο πέταγμά της προς το καταλυτικό φως, προσδοκώντας να κάνει μαζί της έρωτα πριν τα σώματα και των δυο, φωτοβολώντας, γίνουν μια ακόμα ηλιακή κηλίδα
ή θα την πνίξει στην παλάμη του-
εκεί λοιπόν, στο λυκόφως από τη δύση του ήλιου μέχρι της έλευσης του πλήρους σκότους και που στο αρνητικό φιλμ φυσικά είναι ένα απαυγάζον λυκόφως, έκανε μια παράλογη σκέψη.

-Μήπως αυτός ο ίδιος δεν ήθελε να εμφανιστεί η γυναίκα στη φωτογραφία;
Να την κρατήσει στο αρνητικό φιλμ, στα αρνητικά της ζωής του, σαν τίποτα θετικό να μην ήταν να του δώσει ποτέ η απλά να μην ήθελε να του δώσει.
Προσπάθησε να φέρει στο νου του τη μορφή της, όπως στο αρνητικό φιλμ, αυτή κοίταζε πλάγια.
Κάποιο γνωστό σημάδι -και που σίγουρα αν φαινόταν στη φωτογραφία και που δεν φαινόταν γιατί δεν υπάρχει σημάδι σε ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει, κάτι μπορεί να του θύμιζε- ένα αρνητικό λοιπόν σημάδι.
-Ανοησίες, σκέφτηκε, τα αρνητικά σημάδια κανείς δεν θέλει να τα δει, ακόμα κι αν υπάρχουν, λογικό.
Η σκέψη αυτή -δηλαδή το να μπορεί να βλέπει κάτι το λογικό σαν λογικό- τον καθησύχασε.
Έμεινε στο κρεβάτι μέχρι αργά το απόγευμα.

Αφού σηκώθηκε, πήρε τη φωτογραφική του μηχανή και κίνησε για την παλιά πόλη.
Ήταν ένα βροχερό απογευματινό Κυριακής που όμως η βροχή ερχόταν από ένα μεγάλο σύννεφο και που ο υπόλοιπος ουρανός άφηνε τις αχτίδες του ήλιου να φωτίζουν την πόλη .
-Α, σκέφτηκε, με τέτοιο φως, ακόμα και οι σταγόνες ίσως να φαίνονται.
..................
Όταν έφτασε στον ίδιο δρόμο, η βροχή είχε σταματήσει.
Οι αχτίδες του ήλιου που κόντευε να δύσει, κατηφόριζαν στο πλακόστρωτο ξεπνοημένες πια, σταματώντας που και που να παίξουν με κάποιο πεταμένο αλουμινένιο κουτί από αναψυκτικό και να στείλουν την αντανάκλαση τους στα μάτια κάποιου περαστικού, που πιστεύοντας –κολακευμένος- πως κάποια κοπελιά σε ένα μπαλκόνι έπαιζε μαζί του με ένα καθρεφτάκι, σήκωνε το κεφάλι του και κοίταζε στα μπαλκόνια γύρω να τη βρει.

Είχε ακόμα λίγη ώρα μπροστά του που το λίγο φως θα μπορούσε να χαράξει στο φιλμ του μορφές.
Άρχισε να φωτογραφίζει σκηνές με ανθρώπους.
Οικογένειες που γύριζαν από κάποια επίσκεψη, παιδιά με το παγωτό στο χέρι, ζευγάρια που πήγαιναν για το σινεμά, ανθρώπους μόνους που απλά πήγαιναν χωρίς να έχουν να πάνε πουθενά.

...............



posted by elix_geo at 10:25 AM

2 Comments:

:(

Διαλέγεις πάντα τις πιο μοναχικές εποχές για να γράψεις έτσι.

August 27, 2008 at 12:10 AM  

Στο αρνητικό μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας πάντα τα δόντια δείχνουν μαύρα και τα μάτια άσπρα.

Ακόμα κι η ψυχή γυναίκας φαίνεται εκεί λευκή και άσπιλη.

Όμως εμείς τι ψάχνουμε να βρούμε ακριβώς;

August 30, 2008 at 10:30 PM  

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς