ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Friday, January 21, 2011

Όταν η πρόσθεση γίνεται ηδύτερη της αφαίρεσης και το αποτέλεσμα αποτυπώνεται σε ορείχαλκο




Μέχρι τώρα πάντα του άρεσε να φτιάχνει γλυπτά σε μάρμαρο, χρησιμοποιώντας την αφαιρετική γλυπτική.
Σκάλιζε το σκληρό όγκο με καλέμια- ποτέ με ηλεκτρικά εργαλεία, ήθελε να περνάνε στα χέρια του κι από κει στο μυαλό του οι στεναγμοί του κάθε κομματιού που αφαιρούσε- και του άρεσε να βλέπει τον άμορφο, λευκό όγκο να εκλιπαρεί για να πάρει πίσω τα κομμάτια του και αυτός ασυγκίνητος, να χτυπάει όλο και πιο βαθιά με τα καλέμια, ανοίγοντας ρωγμές, τρύπες, πληγές μέχρι το μάρμαρο να υποκύψει τελικά –και αυτό γινόταν κάθε φορά- και, ανίσχυρο, να του παραδοθεί ολοκληρωτικά.
Τα δυσνόητα ολόγλυφα που έφτιαχνε –συνήθως αναπαραστούσαν συμπλέγματα ανθρώπινων μορφών που πάλευαν σ΄έναν απελπισμένο αγώνα ποιο θα επικρατήσει ποιου και φυσικά, στη βάση του αγάλματος πάντα υπήρχαν τα άπνοα θύματα- τα φύλαγε στο σκοτεινό υπόγειο.
Καμιά φορά χρησιμοποιούσε και πωρόλιθο, ένα υλικό που τον ταλαιπωρούσε λιγότερο μιας και ήταν πιο μαλακό και είχε ήδη πόρους που θα του έκανε κόπο να ανοίξει αυτός ο ίδιος.
..............
Σήμερα σκέφτηκε πως ήταν πια καιρός να ασχοληθεί και με την προσθετική γλυπτική.
Αυτή την τεχνική που διαμορφώνεις το γλυπτό όχι αφαιρώντας κομμάτια μα προσθέτοντάς του.
Ήθελε να πειστεί -αν και σχεδόν ήταν σίγουρος- ότι η πρόσθεση είναι ηδύτερη της αφαίρεσης.
Αν μη τι άλλο, με την αφαίρεση είχε κορεσθεί.

Σίγουρα, το πρώτο που χρειαζόταν ήταν μια εύπλαστη ύλη.
Προβληματίστηκε.
Ο φυσικός πηλός δεν του άρεσε, είχε ένα μουντό, καφέ-κίτρινο, άσχημο χρώμα.
Ο πηλός τερακότα πάλι ήθελε κλίβανο για να ψηθεί, που δεν είχε.
Κι ενόσω παίδευε το μυαλό του...
αυτή ήρθε και του ψιθύρισε στο αυτί, με τη χαδιάρικη φωνή της.
Πήρε την απόφασή του σχεδόν αμέσως.
...........
Άρχισε να πλάθει με τα δάχτυλα την υπόλευκη, μαλακή μάζα.
Έπρεπε να της δώσει στην αρχή ένα σχεδόν σφαιρικό σχήμα –αν και αυτό που είχε από μόνη της δεν απείχε και πολύ- και μετά να της δώσει το βασικό σχήμα για να πλάσει τις σιλουέτες.
Χώρισε τη σφαιρική μάζα σε δυο κομμάτια –για δυο σιλουέτες- , κρατώντας ένα μέρος για να προσθέτει με τη γλυφίδα τα στοιχεία που θα τις ένωναν σε σύμπλεγμα.
Ξεκίνησε.
Κι όσο προχωρούσε...
πρωτόγνωροι συνδετικοί κρίκοι, που ποτέ δε φανταζόταν ότι υπήρχαν, σχεδόν από μόνοι τους σχηματίζονταν και οδηγούσαν τη γλυφίδα να τους δώσει υπόσταση...
παράξενες προεκτάσεις -με άγνωστες αιτίες και σκοπούς-, της μιας σιλουέτας μέσα στην άλλη αναφύονταν από το πουθενά και οδηγούσαν στο πουθενά, ωστόσο περνώντας από τα δυο σώματα, άφηναν ανεξίτηλα ίχνη...
αλυσίδες φάνηκαν να αιωρούνται ψάχνοντας μέλη να δέσουν και, όντας φρεσκογυαλισμένες, τον θάμπωναν με τη λάμψη τους.

Και πρόσθετε, πρόσθετε, πρόσθετε...
Ή μάλλον, όλα αυτά προστίθονταν χωρίς να τον ρωτήσουν και απλά καλούσαν αυτόν να παρακολουθεί μοιραία τη δημιουργία του γλυπτού του.

...................................
Αφού τελείωσε το έργο του, αποθέτοντας την τελευταία θωπεία με τη γλυφίδα πάνω του, κάθισε στην πολυθρόνα του να το θαυμάσει.
Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε το ποτήρι με το ποτό του.
Βλέποντας ωστόσο πως τα παγάκια είχαν σχεδόν λειώσει, σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα να βάλει άλλα.
Έκανε μερικά βήματα και κοντοστάθηκε.
Μήπως θα έπρεπε να το καλύψω μέχρι να γυρίσω; σκέφτηκε –λες και ήταν δυνατό μέσα σε ένα λεπτό ώσπου να γυρίσει, να συμβεί κάτι-.
Καλού-κακού, ας μην το αφήσω έτσι.

Γύρισε και, κρατώντας το ποτήρι με το ένα χέρι, πήρε με το άλλο το πάνω μέρος του κρανίου που είχε κόψει με το ηλεκτρικό πριόνι, πριν αρχίσει το έργο του και το έβαλε στη θέση του. Τακτοποίησε τα μαλλιά με προσοχή, σχεδόν κατάφερε να τα ξαναβάλει όπως ήταν πριν τα παραμερίσει και κίνησε ξανά για την κουζίνα, αποφεύγοντας το παγωμένο, θολό βλέμμα.
Ήταν ικανοποιημένος, είχε καταφέρει αυτό που είχε στο μυαλό του να το πλάσει στο δικό της και να του δώσει ρεαλιστική, ολόγλυφη μορφή.

Και δεν αισθανόταν καμιά τύψη, γιατί αυτή του το είχε ζητήσει, όταν ψάχνοντας για το ποιο υλικό θα χρησιμοποιούσε, του είχε πει:
-Φτιάξε μου στο μυαλό μου αυτό που σκέφτεσαι αυτή τη στιγμή, του είχε πει με μια χαδιάρικη, ψιθυριστή φωνή, θέλοντας να ζήσουν μαζί αυτό που εκείνος ζούσε.
Και ήξερε πως αυτός θα το κάνει γιατί την αγαπούσε και δε θα της χαλούσε το χατήρι.
Και αυτός την αγαπούσε και δεν της το χάλασε.

Και την άλλη μέρα, νωρίς-νωρίς, θα πήγαινε το γλυπτό του στο χυτήριο να του δώσει την τελική του μορφή σε ορείχαλκο.


posted by elix_geo at 9:54 PM

2 Comments:

Το πριόνι σου τι μάρκας είναι;;; Το δικό μου, που αγόρασα από το LIDL δεν δημιουργεί τέτοια μεγαλουργήματα... :(

January 30, 2011 at 10:18 AM  

Χα χα χα χα...

Ένα παλιό πριόνι του παπού είχα, αυτό που το κρατάνε δύο και κόβουν κορμούς.
Παρακάλεσα την κοπιλίτσα να κρατάει τη μία άκρη να κόψουμε!

January 30, 2011 at 2:41 PM  

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς