ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Tuesday, January 19, 2010

Από το ανάλατο, μισοκαμένο αρνάκι στο φούρνο, έλειπε το: Μαγειρεύεις καλύτερα κι από τη μάνα μου.


…κι από το νόστιμο, καλοψημένο κοτόπουλο, έλειπε το: Για σένα το έφτιαξα, καλέ μου

Λίγες στιγμές κι αυτές λειψές.
Κάτι έλειπε πάντα.

Απ΄το φιλί στο λαιμό, όταν του έλεγε: Πάρε με τώρα,
έλειπε η καυτή ανάσα.
Απ το χάδι στο μάγουλο,
έλειπαν τα δακτυλικά αποτυπώματα, αυτά που λέγαν: Εγώ είμαι.
Απ΄το καντράν του τηλέφωνου
έλειπε το μηδέν για υπεραστικά, όταν αυτός είχε πάει ταξίδι.
Απ΄την οθόνη του κινητού του,
έλειπε το: Έχετε μήνυμα, ανάγνωση τώρα;

Λίγες στιγμές κι αυτές λειψές.
Κάτι έλειπε πάντα.

Απ το ξεπροβόδισμα στο αεροδρόμιο,
έλειπε το: Θα μου λείψεις
Απ΄το σπασμένο ποτήρι στο πάτωμα σ΄έναν καυγά,
έλειπε το κρασί.
Απ΄το τσούγκρισμα των ποτηριών στα γενέθλιά της,
έλειπε ο κρυστάλλινος ήχος.
Απ΄το θαμπωμένο απ΄τους ατμούς καθρέφτη στο μπάνιο,
όταν αυτή έμπαινε μετά από αυτόν,
έλειπε μια καρδιά ζωγραφισμένη με το δάχτυλο.

Λίγες στιγμές κι αυτές λειψές.
Κάτι έλειπε πάντα.

Κι όμως έψαχναν πάντα με καλή πρόθεση να βρουν αυτά που λείπουν στις στιγμές τους. Μάλιστα είχαν κάνει και μια λίστα.
¨Φιλί με καυτή ανάσα, καντράν με μηδέν για υπεραστικά, χάδια με δακτυλικά αποτυπώματα κι ένα σωρό άλλα.¨ Κι υποσχέσεις να τα θυμούνται.
Μα κάθε φορά, αυτό που ήταν να λείψει, έλειπε.
Λες και η μνήμη χανόταν όταν δεν έπρεπε να χαθεί.
Λες και μια πεπρωμένη δύναμη τους κυβερνούσε.
Λες και κάτι απροσδιόριστο τους έγνεφε από το μέλλον, καλυμμένο ακόμα από μια πυκνή ομίχλη που δεν άφηνε να φανεί το βάραθρο, όπου αυτό στην άκρη του στεκόταν.
Λες κι ένας διάβολος, με μάτια που λάμπαν από την προσμονή του αναπόφευκτου κι ένα χαιρέκακο χαμόγελο, τριγύριζε ανάμεσά τους, έτρωγε μαζί τους κλέβοντας το αλάτι από το αρνάκι, έπινε μαζί τους κλέβοντας τον κρυστάλλινο ήχο των ποτηριών, έσβηνε το: Έχετε μήνυμα, κοιμόταν μαζί τους κλέβοντας τον ιδρώτα από τον κάματο του έρωτα.

Λίγες στιγμές κι αυτές λειψές.
Κάτι έλειπε πάντα.

Απ΄το βλακώδες προσπέρασμα, όταν αυτός οδηγούσε στην εθνική,
έλειπε το: Δεν πειράζει, κι ο Σουμάχερ το ίδιο θάκανε.
Απ το κούνημα του χεριού στον αποχαιρετισμό στο πλοίο,
έλειπε το νοτισμένο, κατάλευκο μαντήλι.
Απ΄το βλέμμα που του έριχνε όταν γύριζε σπίτι από τη δουλειά,
έλειπε το πετάρισμα στα βλέφαρα.
από μια λεπτή ρυτίδα της κάτω από τα μάτια που μόλις φαινόταν,
έλειπε το χάδι για να την απαλύνει.
Από το πρωινό ξύπνημα το Κυριακάτικο πρωί,
έλειπε η μυρουδιά του αχνιστού καφέ, λες και κάποια αόρατη μύτη τη ρούφηξε όλη.


Λίγες στιγμές κι αυτές λειψές.
Κάτι έλειπε πάντα.
………..
Εκεί προς το τέλος, πέταξαν απ΄το παράθυρο τη λίστα που ήταν πια τρεις σελίδες. Δεν είχε νόημα πια, πριν από κάθε στιγμή τους να τη διαβάζουν για να μη λείψει αυτό που ήταν να λείψει. Και μπερδεύονταν κιόλας, έδιναν φιλιά με μηδέν για υπεραστικά και ζωγράφιζαν σπασμένα ποτήρια στο θαμπωμένο καθρέφτη στο μπάνιο.
………..
Κάποιος περαστικός βρήκε τη λίστα, την πήρε μαζί του και την έδειξε στην αγαπημένη του.
- Κοίτα τι ευτυχισμένα ζευγάρια υπάρχουν. Και πόσο είχαν γεμίσει τις στιγμές τους!

(Από ένα συρτάρι του 2006)

Να υποθέσω ότι σ΄εσάς δε λείπει τίποτα απ τις στιγμές σας;
posted by elix_geo at 10:34 PM

0 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς