ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Saturday, October 07, 2006

Δυο φλιτζάνια με σκέτο, πικρό καφέ και μια σταλίτσα χυμένη ζάχαρη στο πλάι…

Τα είχαμε όλα συμφωνήσει, δεν είχες φέρει αντίρρηση καμιά.

Και δεν φταίω εγώ αν εσύ, τη δική σου ζάχαρη έχυσες!
...
Είχαμε πει λοιπόν για να βρεθούμε στο μικρό παλιό καφενεδάκι και, μάλιστα, εσύ είχες πει: Ξέρεις, μη λησμονήσεις όσα μιλήσαμε ως τώρα και να καθίσουμε παράμερα.
...
Είχαμε συμφωνήσει να παίρναμε δυο καφέδες πικρούς και μαζί μια ζαχαριέρα πορσελάνινη - είχε μια παλιά ο καφετζής, απ΄ τη γιαγιά του κληρονομιά, που τόσους και τόσους είχε γλυκάνει και πάντα μετά χαράς την έφερνε, γεμάτη με την πιο γλυκιά του ζάχαρη, όταν τη ζητούσαν κάποιοι σαν κι΄ εμάς σαν πήγαιναν εκεί ( γι αυτό τον συμπαθούσα και γιατί μου θύμιζε και κάποιον άλλον...).

Και να αρχίζαμε με δυο πικρές γουλιές, μια ο καθένας...
...και μια ο καθένας πίκρα να ξεδίπλωνε, που είχε περάσει μόνος του, χωρίς τον άλλο.
...και ένα σημάδι ν΄ άφηνε ο ένας στο χέρι του άλλου με το ακροδάχτυλό του και λίγο να ξαλάφρωνε.
...και ένα δάκρυ που είχε κάποτε αφήσει να κυλήσει, να γινότανε σταγόνα στο ποτήρι του νερού και να κυλούσε ξανά, μα τώρα χωρίς πόνο.
Και ύστερα άλλη μια γουλιά, πικρός ακόμα ο καφές.
...τ΄ όνειρό σου, να έκανες μια έκθεση φωτογραφίας.
...ο καημός σου που δεν βρήκες κάποιον να σου ρίχνει κλεφτές ματιές και να σε καμαρώνει.
...ο δικός μου καημός που δεν βρήκα κάποια να μου σκουντάει το πόδι κάτω απο το τραπέζι, όταν τρώγαμε με φίλους, για να φύγουμε και να μείνουμε μόνοι.
...το δικό μου τ΄ όνειρο να έχω μια βάρκα και να ψαρεύω μεσοπέλαγα.

Κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη. Να πίναμε ο καθένας την πρότερη ζωή του άλλου.

Και είχαμε πει, μετά να βάζαμε λίγη ζάχαρη στον καφέ μας, εσύ το είχες προτείνει.
Και σιγά - σιγά να γλυκαινόμασταν.

Ν΄ αρχίζαμε να βλέπαμε μπροστά.
Εμάς τους δυο αντάμα στο ίδιο καφενείο, χωρίς πικρό καφέ, μα:
-Καφενείο, δυο γλυκά του κουταλιού κι αν έχεις βύσσινο βάλε και μπόλικο σιρόπι!
Και ο καφετζής, περιχαρής, αφού είχε καταλάβει πια ο πονηρός, θα έφερνε το πιο καλό του βύσσινο, αυτό που φύλαγε και κέρναγε την κυρά του - και γι αυτό ακόμα τον συμπαθούσα -.
...
Εγώ ξαναέβαλα ζάχαρη.
Και είδα ακόμα πιο μπροστά.
...να έχεις πάρει τη βαλίτσα σου - μαζί με τη λαχτάρα σου για κάτι καινούργιο, μαζί με τους φόβους για το άγνωστο, μαζί με τα καλά και τα κακά του εαυτού σου, μαζί με τις αναμνήσεις που θέλεις να σβήσεις, μαζί με την αγάπη που θέλεις να δώσεις σε κάποιον -.
...
Εσύ, μια κουταλίτσα πήγες να βάλεις και την έχυσες απέξω.
Και κύλησε μια σταγόνα απ΄ το ποτήρι - ένα παλιό σου δάκρυ - και οι κόκκοι της γλύκας διαλύθηκαν σ΄ αυτό. Και δεν έφτασαν σε μένα.
Και δεν προσπάθησες να βάλεις άλλη.

Και είδα κρυφά τον καφετζή με το δίσκο με το γλυκό κεράσι που έφερνε μαζί με τη συγνώμη που δεν είχε βύσσινο, να γυρίζει πίσω με το κεφάλι σκυφτό - και μέσα του να ζηλεύει κάποιον τυχερό περιπτερά -.
posted by elix_geo at 5:54 PM

2 Comments:

Κάποτε το καφέ μου τον έπινα σχεδόν σκέτο. Τώρα, με τα χρόνια άρχισα να βάζω λίγη ζαχαρίτσα παραπάνω.
Παραγγέλνω τον ελληνικό μου και λέω "μέτριο προς γλυκό παρακαλώ".
Ας ήταν τόσο εύκολο να γλυκαθώ, κάνοντας τον καφέ μου σερμπέτι, να ευχαριστηθώ! Αλλά μάταια...
Αλλού είναι η γλύκα, η ομορφιά.
Περνάω, αγγίζω και φεύγω πάλι...
Και σχεδόν ποτέ δεν βρίσκω γλυκό βύσσινο..

November 11, 2006 at 9:18 PM  

Καθώς θα περνάει ο καιρός...
θα ψάχνεις για τη σταλίτσα από εκείνη τη ζάχαρη της πρώτης φοράς που έβαλες, για να μετρήσεις τους κόκκους της και να τους μοιραστείς με κάποιον και να του χαρίσεις ένα κόκκο, αν περισσεύει.
Και ίσως του φτιάξεις και γλυκό βύσσινο!

November 13, 2006 at 3:24 AM  

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς