ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Thursday, August 03, 2006

Αν είχα απαντήσει στο μήνυμά σου δεν θα έβαζες το κραγιόν που δεν μου αρέσει...


Πες ότι κάποια στιγμή αδιαφορούσα και δεν σου απαντούσα- όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό για μένα-.
Τι θα γινόταν!
Να τι θα γινόταν!
Εσυ πειραγμένη απο την αδιαφορία μου, δεν μπορούσες να μείνεις σπίτι, δεν μπορούσες να μου μιλήσεις ούτε να μου στείλεις μήνυμα από εκεί, ήδη είχες φορέσει ένα κραιγιόν που δεν μου άρεσε το χρώμα του -κόκκινο της φωτιάς -, ντύθηκες βιαστικά- η ώρα ήταν κοντά δώδεκα- και πήγες προς ένα Internet cafe, μουρμουρίζοντας στο δρόμο:
-Θα σου δείξω εγώ τώρα.

Στο δρόμο ώρα δώδεκα, λίγοι ήταν οι διαβάτες όμως κανείς δεν έμεινε απαθής στο πέρασμά σου καθώς το σώμα σου, φωτισμένο από τα φώτα στις βιτρίνες, διαγραφόταν προκλητικό μέσα από το ημιδιάφανο, κόκκινο φόρεμα.

Κάποια στιγμή κάποιος σε πλησίασε και σε ρώτησε την ώρα - εγώ σε είχα ρωτήσει την ώρα, θυμάσαι μια φορά που καθόσουνα στην πολυθρόνα με τα πράσινα πανιά, στο χωριουδάκι ψηλά στο βουνό, εμένα μου μιλησες - αλλά εσύ σ΄αυτόν δεν απάντησες, συνέχισες το δρόμο σου παγερή- τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω- αλλά και αν του μίλησες και αυτός σε πλάνεψε, τάζοντάς σου μια κολώνια που θα ταιριάζει στο δέρμα σου, εμένα τι με νοιάζει, μου είσαι κάτι ;

Ενα πλάσμα της φαντασίας μου είσαι, που σε φτιάχνω όπως θέλω, μπορεί να σε κάνω να με αγαπάς τρελλά, να νοιάζεσαι για μένα, να ανησυχείς αν αργήσω να γυρίσω σπίτι...
στο δικό μας το σπίτι, το ζεστό, που θα μυρίζει αρνάκι στο φούρνο με ρύζι κάθε Κυριακή,
στο δικό μας το σπίτι, που θα ακούμε κλασσική μουσική και Πρωτοψάλτη,
στο δικό μας το σπίτι, που θα έχει μία γλάστρα με βασιλικό στο μπαλκόνι και θα τη μυρίζω κάθε πρωί πριν φύγω για τη δουλειά και θα κόβω ένα φυλλαράκι να το αφήνω στο μαξιλάρι σου χωρίς να σε κοιτάξω γιατί πάλι θα σε θέλω,
στο δικό μας το σπίτι που θα έχει ένα πατάρι με άχρηστα πράγματα και που όλο θα μου λες να το αδειάσω και όλο θα βρίσκω δικαιολογίες να μην το κάνω...

... γιατί κάθε φορά που μου το λες εγώ θα θέλω να κάνουμε έρωτα,
στο δικό μας το σπίτι που καμμιά φορά μπορει και να μυρίζει Amor Amor που φοράς και τόσο μου αρέσει...

Εσύ...
Εφτασες στο cafe.
Μπήκες μέσα φουριόζα, παράγγειλες μια cola light, και κάθησες σε έναν υπολογιστή. Μου έστειλες ένα μήνυμα αλλά δεν πήρες πάλι απάντηση.
Και τότε...
...πήγες στον explorer και έγραψες στο search: Hard core, μουρμουρίζοντας πάλι:
Θα σου δείξω εγώ.
Γιατί το έκανες αυτό; Δεν σκέφτηκες καθόλου ότι μπορεί εγώ να μην αδιαφορούσα στ΄αλήθεια για σένα, αλλά να έδειχνα έτσι για να σε πειράξω;
Εισαι πολύ σκληρή και απόλυτη. Δεν δίνεις περιθώρια.

Κάποια στιγμή βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια, Huge cocks, shaved pussy και το έκλεισες.
Σκέφτηκες εμένα. Εδώ στην Αθήνα, σε έναν υπολογιστή και να σου γράφω, να σου γράφω!
Ξαφνικά με αγάπησες.
Θα ήθελες και συ, το σπίτι μας να μυρίζει αρνάκι στο φούρνο με ρύζι- εγώ θα το είχα μαγειρέψει, Κυριακή, πρωί-πρωί, ενώ εσύ θα κοιμόσουνα ακόμα , και εγώ θα σε ήθελα τρελά, μα δεν τολμούσα να σε ξυπνήσω κι έτσι θα έβαζα το φαγητό στο φούρνο και θα περίμενα να ξυπνήσεις και να σου φτιάξω καφέ, και το μεσημέρι πιά, αφού θα είχαμε πιεί ένα μπουκάλι κρασί, θα κάναμε έρωτα.

Γύρισες πίσω βιαστικά.
Ήταν πια νύχτα περασμένη, ώρα δύο.
Κοιμήθηκες ολόγυμνη και με ονειρεύτηκες. Ονειρεύτηκες το σπίτι μας, τη γλάστρα με το βασιλικό, που είχα ξεχάσει να τον ποτίσω και μου γκρίνιαζες.
Ονειρεύτηκες πως ήμασταν στην κουζίνα, εγώ είχα ανοίξει το φούρνο να δω το φαγητό και εσύ ήρθες, έκλεισες το φούρνο, με φίλησες αχόρταγα και μου έκανες έρωτα.
Το φαγητό κάηκε.
Φάγαμε τοστ και ντομάτα. Το πιό ωραίο τοστ που είχα φάει ποτέ.
Είχε τη γεύση από το φιλί σου και η ντομάτα την απαλάδα από το δέρμα σου.

Ξύπνησες το πρωί, με τη γεύση του καμένου φαγητού ακόμα- εσύ το είχες δοκιμάσει, επιμένοντας ότι τρώγεται-.
Αρχισες να ετοιμάζεις τα πράγματά σου. Βιαζόσουνα να έρθεις σε μένα- τουλάχιστον, έτσι θέλω να πιστεύω.
Ξαφνικά αποθύμισες αυτόν το αρωματοποιό, με όποια κουσούρια και να έχει-μπορεί να είναι εγωϊστής, μπορεί να σε ζηλεύει, μπορεί να σε θέλει ολοδική του.
Είναι άραγε αλήθεια, τον αποθύμισες, κι ας σε έριξε στα βράχια;
Που μπορεί να σου γράψει ποιήματα;
Που μπορεί να σου φέρνει κάθε Κυριακή πρωί τον καφέ σου αλλά να μην θέλει να σε ξυπνήσει παρά να περιμένει μέχρι το σώμα σου να ανακλαδιστεί ηδονικά από την προσμονή ;
Που μπορεί κάποια στιγμή να αδειάσει επιτέλους το πατάρι από τα άχρηστα ενώ την ίδια στιγμή θέλει να σου κάνει έρωτα;

Οταν έρθεις σπίτι μας να φοράς το προκλητικό κόκκινο φόρεμα σου που μόλις αγόρασες..
...μα ποιό κόκκινο σου πάει και ποιό όχι, εγώ το ξέρω.
Είναι το κόκκινο του ήλιου που νυστάζει.
posted by elix_geo at 10:13 AM

0 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς