ΕΛΙΞΗΡΙΑ ΣΕ ΤΙΜΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

Thursday, October 18, 2007

Ταξίδι χωρίς το μπουφανάκι


Της είπε:
-Θά έλεγα να μην πάρεις μαζί το μπουφανάκι. Θα πάμε σε μέρη ζεστά. Ετσι, πια δεν θα χρειαζεται να προσέχω να διαλέγω το χρώμα του πανιού της πολυθρόνας στις καφετέριες να ταιριάζει με το ροζ ή το σομόν-φαντάζομαι να θυμάσαι-στο ταξίδι με το μπουφάν-ότι περάσαμε πολλές καφετέριες μέχρι να καταλήξω στην τελευταία με τα πράσινα πανιά- και, όπως βέβαια καταλαβαίνεις σ΄εκείνα τα μέρη τα ζεστά, στις παρθένες παραλίες που μπορεί και να μην υπάρχουν αν εμείς δεν πάμε εκει, δεν θα μετράει ο χρόνος- αν και στο τελευταίο Chemical Abstracts διάβασα ότι έχει φτιαχτεί ένα ρολόϊ που δουλεύει με τους χτύπους της καρδιάς-. Και μη νομίσεις ότι το μπουφανάκι έχει μόνο θετικά-αν βέβαια τα παραπάνω δεν στάθηκαν αρκετά αρνητικά για σένα-δηλ. το μόνο θετικό είναι το μπουφάν σε προφυλάσσει από το κρύο.
Αυτή τον κοίταξε απορημένη. Το πρόσωπό του καθώς το φώτιζαν οι προβολείς των απέναντι αυτοκινήτων που πέρναγαν κάπου-κάπου, της θύμισε κάποιον που είχε δει παλιά σε ένα έργο, δεν θυμόταν ποιόν, αυτό που θυμόταν είναι ότι στο τέλος του έργου είχε κλάψει.
Είχε δεχτεί σχεδόν αμέσως αυτό που αυτή είχε προτείνει. Είχαν φύγει την άλλη μέρα πολύ νωρίς.
Τώρα πιά τα αυτοκίνητα είχαν σβήσει τους προβολείς, ξημέρωνε. Εκείνη, αφού είχε προσπαθήσει να τον κάνει να μιλήσει ανοίγοντας τα παράθυρα, στο τέλος είχε αποκοιμηθεί με ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Αυτός ετρεχε όπως πάντα,-ποτέ δεν μπόρεσε να ξεδιαλύνει αυτό που τον έκανε να τρέχει, να ξεφύγει από κάτι ή να κυνηγήσει κάτι-.
..Ξεκινώντας, είχαν συμφωνήσει-αν και αυτή (παρ΄όλο που η ίδια το είχε πει παλαιότερα), το έκανε με κάποια επιφύλαξη λιγότερη προς το πρόσωπό του και περισσότερη απέναντι σε κείνο τον ηθοποιό του έργου που στο τέλος είχε κλάψει- να κάνουν αυτό που αυτή είχε προτείνει, δηλ. να μην κάνουν τίποτα ολοδικό τους.

Έτσι πίστευε εκείνος, γιατί πραγματικά η συμφωνία αυτή δεν είχε γίνει.
Εκείνη ήθελε να κάνουν δικά τους μόνο τις στιγμές και τα συναισθήματα που θα προκαλούσαν.
Το κύμα, το φύλο του δέντρου, το χρώμα του δειλινού, ακόμα κι εκείνο της φωτιάς στο τζάκι,
αυτά όλα ανήκουν στη φύση. Δική τους είναι η χαρά και η θλίψη, η στιγμή και ανάμνηση, ο φόβος
και η αγωνία, η προσμονή και η απογοήτευση, ο πόθος και το πάθος.
Ποτέ δεν της άρεσαν οι ταινίες που την έκαναν να κλαίει στο φινάλε τους. Φαίνεται εκείνος έχει προδιαγράψει το φινάλε. Όμως σημασία δεν έχει το τέλος όσο η πορεία, ο πηγαιμός προς το τέλος… και αυτή η ταχύτητα ολοένα και δυνάμωνε. Τι τάχα να έκρυβε: ένα μεγαλύτερο ταξίδι ή πλησίαζε το τέλος
Με την ίδια ταχύτητα που έτρεχε εκείνος έτρεχαν και οι σκέψεις της καθώς μισοκοιμόταν και το ίδιο γρήγορα άλλαζε η εικόνα...

Μέσα στον ύπνο της ένοιωσε ότι το αυτοκίνητο έκοβε ταχύτητα, καθώς αυτός, κουρασμένος, διάλεξε να σταματήσει σε ένα μοτέλ πλάϊ στη θάλασσα-είχαν ήδη πάρει ένα επαρχιακό δρόμο που, όλο στροφές,- που αυτός χαιρόταν να τις παίρνει γρήγορα,( εκμεταλλεύτηκε το ότι αυτή μισοκοιμόταν), οδηγούσε σε ένα παραθαλάσσιο μικρό χωριό που αυτή είχε διαλέξει για τις λίγες μέρες που θα περνούσαν μαζί οι δυό τους- τη σκυλίτσα την είχαν αφήσει σε μια γειτόνισα αφου κατάφερε να την πείσει με μεγάλη δυσκολία-.
Κατέβηκαν προς το πέτρινο μονοπάτι που οδηγούσε στο Μοτέλ. Κάποια στιγμή αυτή παραπάτησε σε μία πέτρα, αυτός γύρισε να την συγκρατήσει, την έπιασε απο τη μέση, παραπάτησε και αυτός και βρέθηκαν και οι δυό αγκαλιά στο χορτάρι πλάϊ στο μονοπάτι, σκασμένοι στα γέλια, που θα περίμενε κανείς να είναι νευρικά γιατί και οι δύο ήταν απροετοίμαστοι για αυτό που έγινε και όμως τα γέλια ήταν γνήσια, ανοιχτόκαρδα για το πάθημά τους, -μόνο το άγγιγμα των κορμιών ήταν παράξενο, κάτι καινούργιο, δεν θύμιζε σε κανέναν από τους δυο, κάτι παλιό που να έχει ξαναγίνει, σαν να ακουμπούσαν κάποια επιφάνεια που ποτέ πριν δεν είχαν ακουμπήσει, και αυτό μπορεί να σήμαινε ότι είχαν έρθει αγνοί για κάτι καινούργιο, μπορεί όμως , το ίδιο πιθανό, επειδή πραγματικά δεν είχαν ακουμπήσει ο ένας τον άλλο μέχρι τότε- αυτός, μέσα στα γέλια θα προτιμούσε την πρώτη εκδοχή, αύτή απλά γελούσε.
Τα γέλια συνέχιζονταν σαν να ήθελαν να κρύψουν την αμηχανία. Γελούσαν κι οι δυο ασταμάτητα λες και ήθελαν να σταματήσουν αυτό που και οι δυό ήξεραν ότι θα ακολουθούσε.
Μα πως είναι δυνατό μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να περνούν τόσες σκέψεις από το μυαλό της. Η μυρωδιά του, η αφή του, η ανάσα του, όλα πρωτόγνωρα. Και ένας φόβος που θέριευε σε χρόνο dt...
Πήγαν στο Μοτέλ, γελώντας ακόμα και ζήτησαν δύο καφέδες και ένα δωμάτιο για να τους πιούν.
Το Μοτέλ είχε μία αμφιθεατρική θέα σε ένα πανέμορφο κόλπο. Από το δωμάτιο φαινόταν ένα κομάτι του κόλπου όπου ένας έκανε surfing με ένα σκάφος με ασπρογάλαζο πανί, και αυτός θυμήθηκε την απέραντη αίσθηση ελευθερίας που ένοιωθε όταν με το σκάφος απομακρυνόταν από την ακτή
Αυτή ήρθε δίπλα του στη βεράντα. Κατάλαβε πως εκείνη την ώρα, αυτός ταξίδευε με το σκάφος προς την ελευθερία. Του ακούμπησε απαλά το χέρι. Αυτός ταράχτηκε γιατί ήταν πολύς καιρός που είχε να νοιώσει ένα τοσο απαλό άγγιγμα.
Κάτω στα βράχια έσκαζαν τα κύματα, αυτή βλέποντας τα, έτσι άγρια και κοφτερά που ήταν, τρόμαξε και πιο πολύ ακόμα όταν είδε ένα γυναικείο κόκινο φόρεμα να είναι αγκιστρωμένο σε ένα μυτερό βράχο, και αναρωτήθηκε πώς βρέθηκε εκεί.
Η ίδια φορούσε ένα κόκινο προκλητικό φόρεμα που μπροστά στο φως γινόταν ημιδιάφανο και το σώμα της διαγραφόταν καθαρά, ένα σώμα νεανικό, γυμνασμένο, δυνατό -κάποιος βλέποντάς το να λικνίζεται (που τώρα αυτό δεν το κάνει, παρα στέκεται παγωμένο), αν το έβλεπε λοιπόν να λικνίζεται θα έλεγε ότι πολλές ηδονές έχει γνωρίσει απομυζώντας ίσως τον εραστή της, έχοντάς τον όμως ήδη κάνει να τελειώσει με ουράνιες μουσικές-.
Ενα κοπάδι από ψαρόνια που ερχόντουσαν βιαστικά κρώζοντας ακινητοποίησαν την επόμενη στιγμή. Αυτός με το νου του στα πουλιά- όχι σε αυτά τα συγκεκριμένα πουλιά, αλλά στην κραυγή τους που τον έφερε μίλια μακρυά και χρόνια πολλά πριν, όταν σε κείνη την απόμερη ακρογιαλιά, τότε που ήταν ξανά χαμένος από τον κόσμο και έμενε σε ένα καλύβι εκεί, η ίδια κραυγή ήταν που τον έβγαλε βιαστικά από το καλύβι τον έφερε μπροστά στο πεπρωμένο-.
Ηταν 36 χρόνων.
Αυτή διαισθάνθηκε το σταμάτημα του χρόνου και το ταξίδι του στο παρελθόν, έμεινε αμήχανη, τράβηξε το χέρι της και απόμεινε μετέωρη.
Γύρισε προς το μέρος της, της χαμογέλασε, την αγκάλιασε, τη φίλησε απαλά, στοργικά και την έσπρωξε στο κενό.
Επεσε στα βράχια κάτω χαμηλά, κοντά στο κόκινο φόρεμα. Δεν πρόλαβε να καταλάβει τίποτα.
Τα πουλιά ξαναπέρασαν με το ίδιο κρώξιμο όμως αυτός έμεινε απαθής, γύρισε στο δωμάτιο, μάζεψε τα πράγματά του, κατέβηκε στην έρημη ρεσεψιόν- είχε πληρώσει από πριν- πήρε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο του Μοτέλ, μπήκε στο αυτοκίνητο τράβηξε το κάθισμα του συνοδηγού ξανά μπροστά-εκείνη το είχε τραβήξει πίσω για να ξαπλώσει- και έφυγε...
posted by elix_geo at 9:29 AM

0 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker
ελιξιριομανείς